Η πανδημία COVID-19 ανέδειξε την αναγκαιότητα ενίσχυσης της ψηφιακής εκπαίδευσης στην Ευρώπη αποκαλύπτοντας παράλληλα τις ελλείψεις και τις ανάγκες των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Τα ευρωπαϊκά κράτη μέλη προέβησαν σε σημαντικές επενδύσεις στην ψηφιακή εκπαίδευση, ιδίως σε ψηφιακές υποδομές, οι οποίες υποστηρίχθηκαν από τα Διαρθρωτικά Ταμεία κατά τη δεκαετία 2010-2020. Παρά τη σπουδαία πρόοδο στις ψηφιακές υποδομές των σχολείων κατά την τελευταία δεκαετία, εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των χωρών. Το ποσοστό των μαθητών/-τριών που φοιτούν σε σχολεία άρτια εφοδιασμένα και συνδεδεμένα με ψηφιακό εξοπλισμό διαφέρει σημαντικά ανά την Ευρώπη· είναι υψηλότερο στις σκανδιναβικές χώρες και κυμαίνεται από 35% (ISCED 1) έως 52% (ISCED 2) και έως 72% (ISCED 3).
Πριν από την εκδήλωση της κρίσης του κορονοϊού, οι εκπαιδευτικοί δεν ήταν κατάλληλα εκπαιδευμένοι/-νες για την ενσωμάτωση των ψηφιακών τεχνολογιών στην τάξη, γεγονός που δεν ευθυγραμμίστηκε με τις επενδύσεις που έγιναν σε ψηφιακές υποδομές και εργαλεία. Κατά μέσο όρο στην ΕΕ, λιγότεροι/-ρες από τους/τις μισούς/-σές εκπαιδευτικούς (49,1%) αναφέρουν ότι οι ΤΠΕ περιλαμβάνονταν στην επίσημη εκπαίδευση ή κατάρτισή τους.
Οι ψηφιακές δεξιότητες των μαθητών/-τριών βελτιώνονται, αλλά δεν είναι ψηφιακά εγγενείς. Σε αντίθεση με την κοινή άποψη ότι η σημερινή νέα γενιά είναι μια γενιά «ψηφιακών αυτοχθόνων», τα αποτελέσματα της έρευνας ICILS δείχνουν ότι οι νέοι/-ες δεν αναπτύσσουν προηγμένες ψηφιακές δεξιότητες απλώς και μόνο επειδή μεγαλώνουν χρησιμοποιώντας ψηφιακές συσκευές. Σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, το φαινόμενο της υποεπίδοσης των μαθητών/-τριών στις βασικές λειτουργίες ΤΠΕ είναι πολύ συχνό. Το 2018, το 62,7% των μαθητών/-τριών στην Ιταλία, το 50,6% στο Λουξεμβούργο, το 43,5% στη Γαλλία, το 33,5% στην Πορτογαλία, το 33,2% στη Γερμανία, το 27,3% στη Φινλανδία και το 16,2% στη Δανία δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το όριο της υποεπίδοσης (ICILS 2018).
Στο πλαίσιο του στρατηγικού πλαισίου του Ευρωπαϊκού Εκπαιδευτικού Χώρου, η ΕΕ δεσμεύεται να ενισχύσει τις προσπάθειες και τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των βασικών ενδιαφερομένων μερών για την προετοιμασία της μετάβασης στην ψηφιακή εποχή. Το 2018, η ΕΕ ενέκρινε το πρώτο Σχέδιο Δράσης για την Ψηφιακή Εκπαίδευση (2018-2020), το οποίο ανανεώθηκε το 2020 (Σχέδιο Δράσης για την Ψηφιακή Εκπαίδευση 2021-2027) καθορίζοντας ένα κοινό όραμα για ψηφιακή εκπαίδευση υψηλής ποιότητας, συμπεριληπτική, προσβάσιμη στην Ευρώπη και με στόχο την υποστήριξη της προσαρμογής των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης των κρατών μελών στην ψηφιακή εποχή. Το ανανεωμένο σχέδιο δράσης προβλέπει δύο προτεραιότητες: 1. Προώθηση της ανάπτυξης ενός οικοσυστήματος ψηφιακής εκπαίδευσης υψηλών επιδόσεων και 2. Ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων και ικανοτήτων για τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Δεν γίνεται καμία αναφορά σε ειδικά μέτρα για τις αγροτικές περιοχές, ωστόσο στο Σχέδιο Δράσης υπογραμμίζεται η ανάγκη αποτελεσματικής διαχείρισης των κινδύνων του ψηφιακού μετασχηματισμού, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου δημιουργίας ψηφιακού χάσματος μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών.
Το Σχέδιο Δράσης για την Ψηφιακή Εκπαίδευση 2021-2027 περιλαμβάνει, συν τοις άλλοις, τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Κόμβου Ψηφιακής Εκπαίδευσης, ο οποίος λειτουργεί ως ΕΔΕΤ και έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην ενίσχυση των υποδομών των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) στα σχολεία. Ωστόσο, η επικράτηση του παραδοσιακού εξοπλισμού, η περιορισμένη διαθεσιμότητα ψηφιακών συσκευών για τους/τις μαθητές/-τριες και οι προκλήσεις στην τεχνική υποστήριξη ΤΠΕ αποτελούν εμπόδια για την ολοκληρωμένη ψηφιακή εκπαίδευση.
Η Ιταλία, που κατατάσσεται χαμηλά στην έκθεση του 2022 για τον Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας (DESI), υιοθέτησε Εθνική Στρατηγική για το Ψηφιακό Think-Tank για να υποστηρίξει την ανάπτυξη πολιτικής και πρακτικών παρακολουθώντας παράλληλα την πρόοδο της ψηφιακής εκπαίδευσης στην Ευρώπη. Ο ρόλος του κόμβου επεκτείνεται στην προώθηση της καινοτομίας με γνώμονα τον/τη χρήστη/-στρια και στη διευκόλυνση της συμμετοχής μέσω εκδηλώσεων, όπως το Digital Education Hackathon.
Το 2023, η Ευρωπαϊκή Ένωση υπογράμμισε τη σημασία των ψηφιακών δεξιοτήτων για τους/τις ενήλικες/-κες εκπαιδευόμενους/-νες, με πρωτοβουλίες όπως το Ευρωπαϊκό Έτος Δεξιοτήτων, οι οποίες αποσκοπούν στην αύξηση της συμμετοχής και την ενίσχυση του ταλέντου σε όλα τα κράτη μέλη. Αν και ο στόχος της ΕΕ για το 2030 είναι να έχει τουλάχιστον το 80% των ενηλίκων βασικές ψηφιακές δεξιότητες, οι προκλήσεις παραμένουν, καθώς 4 στους 10 ενήλικες στην Ευρώπη δεν διαθέτουν βασικές ψηφιακές δεξιότητες.
Σημασία της απόκτησης ψηφιακών και εγκάρσιων δεξιοτήτων για τους/τις εκπαιδευτικούς/ εκπαιδευτές/-τριες
Στο σημερινό ταχέως εξελισσόμενο εκπαιδευτικό τοπίο, η απόκτηση ψηφιακών και εγκάρσιων/ πολυεπίπεδων δεξιοτήτων από τους/τις εκπαιδευτικούς και τους/τις εκπαιδευτές/-τριες είναι υψίστης σημασίας. Η αλλαγή αυτή δεν είναι απλώς μια απάντηση στις τεχνολογικές εξελίξεις, αλλά συνδέεται ουσιαστικά με την ανάγκη των εκπαιδευτικών να προετοιμάσουν αποτελεσματικά τους/τις μαθητές/-τριες και τους/τις εκπαιδευόμενους/-νες όλων των ηλικιών για τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες του σημερινού κόσμου.
Οι ψηφιακές δεξιότητες, που περιγράφονται σε πλαίσια όπως το DigCompEdu , είναι απαραίτητες για τους/τις εκπαιδευτικούς ώστε να μπορούν να πλοηγηθούν στο συνεχώς διευρυνόμενο φάσμα των εκπαιδευτικών τεχνολογιών. Οι δεξιότητες αυτές δίνουν τη δυνατότητα στους/στις εκπαιδευτικούς και τους/τις εκπαιδευτές/-τριες να δημιουργούν δυναμικά και ελκυστικά μαθησιακά περιβάλλοντα αξιοποιώντας ψηφιακά εργαλεία και πόρους για να καλύψουν τις διαφορετικές ανάγκες των μαθητών/-τριών. Ένας από τους στόχους της συνεχούς μάθησης των εκπαιδευτικών και των εκπαιδευτών/-τριών είναι η υποστήριξη των εκπαιδευτικών στην απόκτηση ψηφιακών δεξιοτήτων για τη βελτίωση των μεθόδων διδασκαλίας τους .
Πέρα από την τεχνική επάρκεια, οι εγκάρσιες/ οριζόντιες/ πολυεπίπεδες δεξιότητες, συμπεριλαμβανομένης της κριτικής σκέψης, της επίλυσης προβλημάτων, της επικοινωνίας και της συνεργασίας, διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης εκπαιδευτικής εμπειρίας. Τα Πρότυπα της Διεθνούς Εταιρείας για την Τεχνολογία στην Εκπαίδευση (ISTE) για τους/τις Εκπαιδευτικούς υπογραμμίζουν περαιτέρω τη σημασία της επικοινωνίας και της συνεργασίας σε έναν παγκοσμίως συνδεδεμένο κόσμο. Αυτές οι οριζόντιες δεξιότητες δεν συμβάλλουν μόνο στην ακαδημαϊκή επιτυχία, αλλά προετοιμάζουν τους/τις μαθητές/-τριες για τις απαιτήσεις του μελλοντικού εργατικού δυναμικού, καθώς και αυξάνουν την απασχολησιμότητα των δυνητικών ενήλικων εκπαιδευόμενων. Η έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ για το Μέλλον των Θέσεων Εργασίας (2023) τονίζει την ανάγκη για δεξιότητες, όπως η αναλυτική σκέψη και η δημιουργικότητα, τις οποίες οι εκπαιδευτικοί και οι εκπαιδευτές/-τριες που είναι εφοδιασμένοι/-νες με αυτές μπορούν να μεταδώσουν αποτελεσματικά στους/στις μαθητές/-τριές τους.
Στην ουσία, η απόκτηση ψηφιακών και εγκάρσιων δεξιοτήτων δεν είναι απλώς θέμα επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών, αλλά προϋπόθεση για την παροχή ολιστικής και έτοιμης για το μέλλον εκπαίδευσης σε μαθητές/-τριες και σπουδαστές/-στριες κάθε ηλικίας. Καθώς το εκπαιδευτικό τοπίο συνεχίζει να εξελίσσεται, οι εκπαιδευτικοί και οι εκπαιδευτές/-τριες που είναι εφοδιασμένοι/-νες με αυτές τις δεξιότητες θα συμβάλουν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της επόμενης γενιάς μαθητών/-τριών που δεν θα είναι μόνο ακαδημαϊκά ικανοί/-νές αλλά και ευέλικτοι/-κτες, δημιουργικοί/-κές και επαρκώς προετοιμασμένοι/-νες για τις επερχόμενες προκλήσεις.